σισύρα

σισύρᾱ , σισύρα
goat's-hair cloak
fem nom/voc/acc dual
σισύρᾱ , σισύρα
goat's-hair cloak
fem nom/voc sg (attic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σισύρᾳ — σισύραι , σισύρα goat s hair cloak fem nom/voc pl σισύρᾱͅ , σισύρα goat s hair cloak fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρα — η, ΝΜΑ, και σίσυρνα και σισύρνα και σισύρνη, ΜΑ νεοελλ. γούνα, μηλωτή | (μσν. αρχ.) επενδύτης από κατσικήσιο, συνήθως, δέρμα με τις τρίχες του, γούνα ή πανωφόρι από κατσικήσιες τρίχες για την ημέρα και σκέπασμα για τη νύχτα, κν. σήμερα γνωστό ως… …   Dictionary of Greek

  • σισύρας — σισύρᾱς , σισύρα goat s hair cloak fem acc pl σισύρᾱς , σισύρα goat s hair cloak fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύραι — σισύρα goat s hair cloak fem nom/voc pl σισύρᾱͅ , σισύρα goat s hair cloak fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύραν — σισύρᾱν , σισύρα goat s hair cloak fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • СИСИРА —    • Σισύρα,          см. Vestis, Одежда, 5 …   Реальный словарь классических древностей

  • σισυρῶν — σισύρα goat s hair cloak fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύραις — σισύρα goat s hair cloak fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρη — σισύρα goat s hair cloak fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σισύρην — σισύρα goat s hair cloak fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.